Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
συνηρμοσμένως
συνηρτημένως
συνήσθησις
συνησκημένως
συνησσάομαι
συνησυχάζω
συνηχέω
συνήχησις
συνθακέω
σύνθακος
συνθαλπτέον
συνθάλπω
συνθαμβέω
συνθάπτω
συνθαυμάζω
συνθεάζω
συνθεάομαι
συνθεατής
σύνθεμα
συνθεραπεύω
συνθερίζω
View word page
συνθαλπτέον
one must warm thoroughly, foment
ShortDef
one must warm thoroughly, foment
Debugging
Headword:
συνθαλπτέον
Headword (normalized):
συνθαλπτέον
Headword (normalized/stripped):
συνθαλπτεον
Intro Text:
one must warm thoroughly, foment
IDX:
85159
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-85160
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "one must warm thoroughly, foment" }