Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
συνευνάζω
συνευνετέω
συνευνέτης
συνευνέτις
συνευνίς
συνευνοέομαι
συνευνομιῶται
σύνευνος
συνευπαίδευτος
συνευπάσχω
συνευπορέω
συνευρίσκω
συνευρύνω
συνευσεβέω
συνευσχημονέω
συνευτονέω
συνευτροφέω
συνευτυχέω
συνευφημέω
συνευφράζομαι
συνευφραίνομαι
View word page
συνευπορέω
to help to contribute
ShortDef
to help to contribute
Debugging
Headword:
συνευπορέω
Headword (normalized):
συνευπορέω
Headword (normalized/stripped):
συνευπορεω
Intro Text:
to help to contribute
IDX:
85063
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-85064
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to help to contribute" }