Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
συνετίζω
συνετός
συνετυμολογέω
συνεύαδον
συνευαρεστέω
συνευαστήρ
συνευγνωμονέω
συνευδαιμονέω
συνευδοκέω
συνευδόκησις
συνεύδω
συνευεργετέω
συνευημερέω
συνευθυμέομαι
συνευθύνω
συνευκαιρέω
συνευκοσμέω
συνευνάζω
συνευνετέω
συνευνέτης
συνευνέτις
View word page
συνεύδω
to sleep with
ShortDef
to sleep with
Debugging
Headword:
συνεύδω
Headword (normalized):
συνεύδω
Headword (normalized/stripped):
συνευδω
Intro Text:
to sleep with
IDX:
85046
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-85047
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to sleep with" }