Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
συνέταιρος
συνετίζω
συνετός
συνετυμολογέω
συνεύαδον
συνευαρεστέω
συνευαστήρ
συνευγνωμονέω
συνευδαιμονέω
συνευδοκέω
συνευδόκησις
συνεύδω
συνευεργετέω
συνευημερέω
συνευθυμέομαι
συνευθύνω
συνευκαιρέω
συνευκοσμέω
συνευνάζω
συνευνετέω
συνευνέτης
View word page
συνευδόκησις
formal consent
ShortDef
formal consent
Debugging
Headword:
συνευδόκησις
Headword (normalized):
συνευδόκησις
Headword (normalized/stripped):
συνευδοκησις
Intro Text:
formal consent
IDX:
85045
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-85046
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "formal consent" }