Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
συνέκκειμαι
συνεκκενόω
συνεκκεντέω
συνεκκλέπτω
συνεκκλησιάζω
συνεκκλίνω
συνεκκλιτικός
συνεκκλύζω
συνεκκολυμβάω
συνεκκομίζω
συνεκκόπτω
συνεκκρίνω
συνεκκρούομαι
συνεκλαλέω
συνεκλαμβάνω
συνεκλάμπω
συνεκλεαίνω
συνεκλέγομαι
συνεκλείπω
συνεκλεκτός
συνεκλέπω
View word page
συνεκκόπτω
to help to cut away
ShortDef
to help to cut away
Debugging
Headword:
συνεκκόπτω
Headword (normalized):
συνεκκόπτω
Headword (normalized/stripped):
συνεκκοπτω
Intro Text:
to help to cut away
IDX:
84570
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-84571
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to help to cut away" }