Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Short Defs

συναποβλέπω
συναποβρέχω
συναπογεννάω
συναπογίγνομαι
συναπογραπτέον
συναπογράφομαι
συναπογυμνόομαι
συναποδείκνυμι
συναποδεικτέον
συναπόδειξις
συναποδέλγομαι
συναποδέρω
συναποδέχομαι
συναποδημέω
συναπόδημοι
συναποδιδράσκω
συναποδίδωμι
συναποδοκιμάζω
συναποδοκιμαστέον
συναποδύομαι
συναποδύρομαι
View word page
συναποδέλγομαι
bewitch

ShortDef

bewitch

Debugging

Headword:
συναποδέλγομαι
Headword (normalized):
συναποδέλγομαι
Headword (normalized/stripped):
συναποδελγομαι
IDX:
84045
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-84046
Key:

Data

{'content': 'bewitch'}