Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
συναγραυλέω
συναγρεύω
συναγριαίνω
συναγρίς
συναγρυπνέω
συναγυρμός
συναγυρτός
συνάγχη
συναγχίαι
συναγχικός
συνάγω
συναγωγεύς
συναγωγή
συναγώγιον
συναγωγός
συναγωνιάω
συναγωνίζομαι
συναγώνισμα
συναγωνιστής
συνάδελφος
συναδηλέομαι
View word page
συνάγω
to bring together, gather together, collect, convene
ShortDef
to bring together, gather together, collect, convene
Debugging
Headword:
συνάγω
Headword (normalized):
συνάγω
Headword (normalized/stripped):
συναγω
Intro Text:
to bring together, gather together, collect, convene
IDX:
83725
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-83726
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to bring together, gather together, collect, convene" }