Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
συμπεριίπταμαι
συμπεριίσταμαι
συμπερικινέω
συμπερικλείω
συμπερικομίζω
συμπεριλαμβάνω
συμπεριλύω
συμπερινοέω
συμπερινοστέω
συμπεριοδεύω
συμπεριπατέω
συμπεριπέτομαι
συμπεριπίπτω
συμπεριπλανάομαι
συμπεριπλέκω
συμπεριπλέω
συμπεριπλοκή
συμπεριποιέω
συμπεριπολέω
συμπερίπολος
συμπερισπάω
View word page
συμπεριπατέω
to walk round
ShortDef
to walk round
Debugging
Headword:
συμπεριπατέω
Headword (normalized):
συμπεριπατέω
Headword (normalized/stripped):
συμπεριπατεω
IDX:
83365
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-83366
Key:
Data
{'content': 'to walk round'}