Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
συμμάρτυς
σύμμαρτυς
συμμαστάζω
συμμαστιγόω
συμμαχέω
συμμαχία
συμμαχικός
συμμαχίς
συμμάχομαι
σύμμαχος
συμμεθαρμόζομαι
συμμέθεξις
συμμεθέπω
συμμεθίστημι
συμμεθύω
συμμείγνυμι
συμμεικτέον
σύμμεικτος
συμμειόομαι
συμμειρακιώδης
συμμεῖραξ
View word page
συμμεθαρμόζομαι
adapt
ShortDef
adapt
Debugging
Headword:
συμμεθαρμόζομαι
Headword (normalized):
συμμεθαρμόζομαι
Headword (normalized/stripped):
συμμεθαρμοζομαι
Intro Text:
adapt
IDX:
83091
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-83092
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "adapt" }