Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Short Defs

συλλοχία
συλλοχίζω
συλλοχισμός
συλλοχίτης
συλλυπέω
σύλλυσις
συλλυσσάομαι
συλλύται
συλλύω
σῦλον
συλόνυξ
Συλοσῶν
Συμαῖος
συμβαδίζω
συμβαίνω
συμβακχεύω
σύμβακχος
συμβαλανεύομαι
συμβαλλομαχέω
συμβαλλομαχία
συμβαλλομάχος
View word page
συλόνυξ
paring the nails

ShortDef

paring the nails

Debugging

Headword:
συλόνυξ
Headword (normalized):
συλόνυξ
Headword (normalized/stripped):
συλονυξ
IDX:
82969
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-82970
Key:

Data

{'content': 'paring the nails'}