Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Short Defs

συγκοινωνός
συγκοιτάζω
συγκοίτιον
σύγκοιτος
συγκολάζω
συγκολάπτω
συγκολλάω
συγκόλλημα
συγκολλήσιμος
συγκόλλησις
συγκολλητής
σύγκολλος
συγκολυμβάω
συγκομιδή
συγκομίζω
συγκομιστέον
συγκομιστήρια
συγκομιστής
συγκομιστός
συγκονίομαι
συγκοπή
View word page
συγκολλητής
one who glues together, a fabricator

ShortDef

one who glues together, a fabricator

Debugging

Headword:
συγκολλητής
Headword (normalized):
συγκολλητής
Headword (normalized/stripped):
συγκολλητης
IDX:
82644
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-82645
Key:

Data

{'content': 'one who glues together, a fabricator'}