Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἀνταποπαίζω
ἀνταπόπαλσις
ἀνταποπέρδω
ἀνταπορέω
ἀνταποστέλλω
ἀνταποστρέφω
ἀνταποστροφή
ἀνταποταφρεύω
ἀνταποτειχίζω
ἀνταποτίνω
ἀνταποφαίνω
ἀνταποφέρω
ἀντάποχον
ἀνταπωθέω
ἀντάπωσις
ἀντάρης
ἀνταριθμέω
ἀνταρκέω
ἀνταρκτικός
ἀνταρσία
ἄνταρχος
View word page
ἀνταποφαίνω
to shew on the other hand
ShortDef
to shew on the other hand
Debugging
Headword:
ἀνταποφαίνω
Headword (normalized):
ἀνταποφαίνω
Headword (normalized/stripped):
ανταποφαινω
Intro Text:
to shew on the other hand
IDX:
8254
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-8255
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to shew on the other hand" }