Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
συγγεννάω
συγγέννημα
συγγεννήτωρ
συγγενοκτόνος
συγγεοῦχος
συγγέρων
συγγεύομαι
συγγεωργέω
συγγέωργος
συγγηθέω
συγγηράσκω
σύγγηρος
συγγίγνομαι
συγγιγνώσκω
συγγλοιόομαι
σύγγνοια
συγγνώμη
συγγνωμονέω
συγγνωμονητέον
συγγνωμονικός
συγγνωμοσύνη
View word page
συγγηράσκω
to grow old together with
ShortDef
to grow old together with
Debugging
Headword:
συγγηράσκω
Headword (normalized):
συγγηράσκω
Headword (normalized/stripped):
συγγηρασκω
Intro Text:
to grow old together with
IDX:
82333
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-82334
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to grow old together with" }