Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
σταγονιαῖος
σταγονίας
σταγονόθαλπος
σταγών
σταδαῖος
στάδην
σταδιαῖος
σταδιασμός
σταδιεύς
σταδιεύω
σταδιοδρομέω
σταδιοδρόμος
στάδιον
στάδιος
στάζω
σταθερός
σταθερότης
στάθευσις
σταθευτός
σταθεύω
στάθμα
View word page
σταδιοδρομέω
to run in the stadium
ShortDef
to run in the stadium
Debugging
Headword:
σταδιοδρομέω
Headword (normalized):
σταδιοδρομέω
Headword (normalized/stripped):
σταδιοδρομεω
Intro Text:
to run in the stadium
IDX:
81246
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-81247
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to run in the stadium" }