Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
Σποράδες
σποράδην
σποραδικός
σποράζω
σποραῖος
σποράς
σπορεύς
σπορευτός
σπορητός
σπόριμος
σπορολογέομαι
σπόρος
σπόρτουλον
σποῦ
σπουδά
σπουδάζω
σπουδαιολογέω
σπουδαιολογία
σπουδαιόμυθος
σπουδαιοπάρῳδος
σπουδαῖος
View word page
σπορολογέομαι
to have its produce gathered
ShortDef
to have its produce gathered
Debugging
Headword:
σπορολογέομαι
Headword (normalized):
σπορολογέομαι
Headword (normalized/stripped):
σπορολογεομαι
Intro Text:
to have its produce gathered
IDX:
81189
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-81190
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to have its produce gathered" }