Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Short Defs

σπονδαρχία
σπόνδαρχος
σπονδαυλέω
σπονδαύλης
σπονδειάζω
σπονδειακός
σπονδειασμός
σπονδειοκατάληκτος
σπονδεῖον
σπονδειοπαράληκτος
σπονδειοπύρριχος
σπονδεῖος
σπονδειοτρόχαιος
σπονδή
σπονδήσιμος
σπονδικός
σπόνδιξ
σπονδιοφόροι
σπονδῖτις
σπονδοποιέομαι
σπονδοποιός
View word page
σπονδειοπύρριχος
a foot consisting of spondee and pyrrhic

ShortDef

a foot consisting of spondee and pyrrhic

Debugging

Headword:
σπονδειοπύρριχος
Headword (normalized):
σπονδειοπύρριχος
Headword (normalized/stripped):
σπονδειοπυρριχος
IDX:
81164
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-81165
Key:

Data

{'content': 'a foot consisting of spondee and pyrrhic'}