Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
σπολεύς
σπόλος
σπονδά
σπονδαγωγός
σπονδαρχέω
σπονδαρχία
σπόνδαρχος
σπονδαυλέω
σπονδαύλης
σπονδειάζω
σπονδειακός
σπονδειασμός
σπονδειοκατάληκτος
σπονδεῖον
σπονδειοπαράληκτος
σπονδειοπύρριχος
σπονδεῖος
σπονδειοτρόχαιος
σπονδή
σπονδήσιμος
σπονδικός
View word page
σπονδειακός
of the kind used at libations
ShortDef
of the kind used at libations
Debugging
Headword:
σπονδειακός
Headword (normalized):
σπονδειακός
Headword (normalized/stripped):
σπονδειακος
Intro Text:
of the kind used at libations
IDX:
81159
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-81160
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "of the kind used at libations" }