Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
σποδίζω
σποδιή
σπόδιος
σποδίτης
σποδοειδής
σποδοκράμβη
σποδονιτροποιός
σποδόομαι
σποδόρχης
σποδός
σποδώδης
σπολάς
σπολεύς
σπόλος
σπονδά
σπονδαγωγός
σπονδαρχέω
σπονδαρχία
σπόνδαρχος
σπονδαυλέω
σπονδαύλης
View word page
σποδώδης
ashy, ash-coloured
ShortDef
ashy, ash-coloured
Debugging
Headword:
σποδώδης
Headword (normalized):
σποδώδης
Headword (normalized/stripped):
σποδωδης
Intro Text:
ashy, ash-coloured
IDX:
81147
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-81148
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "ashy, ash-coloured" }