Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
σπινθηροειδής
σπίνος
σπιοέλης
σπλάγχνα
σπλαγχνεύω
σπλαγχνίζω
σπλαγχνικός
σπλαγχνίς
σπλαγχνισμός
σπλάγχνον
σπλαγχνόπτης
σπλαγχνοσκοπία
σπλαγχνοτόμος
σπλαγχνοφάγος
σπλεκόω
σπλέκωμα
σπλήν
σπληνιάω
σπληνικός
σπληνίον
σπληνίτης
View word page
σπλαγχνόπτης
one who roasts
ShortDef
one who roasts
Debugging
Headword:
σπλαγχνόπτης
Headword (normalized):
σπλαγχνόπτης
Headword (normalized/stripped):
σπλαγχνοπτης
Intro Text:
one who roasts
IDX:
81105
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-81106
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "one who roasts" }