Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
σπερχυλλάδην
σπέρχω
σπευδόντως
σπεύδω
σπευσίνιοι
Σπεύσιππος
σπεῦσις
σπευστέον
σπευστικός
σπευστός
σπήλαιον
σπηλαΐτης
σπηλαιώδης
σπηλεῦσαι
σπῆλυγξ
σπιδής
σπίζα
σπιζίας
σπιζίτης
σπίζω
σπίζω2
View word page
σπήλαιον
a grotto, cave, cavern
ShortDef
a grotto, cave, cavern
Debugging
Headword:
σπήλαιον
Headword (normalized):
σπήλαιον
Headword (normalized/stripped):
σπηλαιον
Intro Text:
a grotto, cave, cavern
IDX:
81066
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-81067
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "a grotto, cave, cavern" }