Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
σπερμολογικός
σπερμολόγος
σπερμόομαι
σπερμοτοκέω
σπερμοφορέω
σπερμοφόρος
σπερμοφυέω
σπερμοφυής
Σπερχειός
σπερχνός
σπερχυλλάδην
σπέρχω
σπευδόντως
σπεύδω
σπευσίνιοι
Σπεύσιππος
σπεῦσις
σπευστέον
σπευστικός
σπευστός
σπήλαιον
View word page
σπερχυλλάδην
hastily, vehemently
ShortDef
hastily, vehemently
Debugging
Headword:
σπερχυλλάδην
Headword (normalized):
σπερχυλλάδην
Headword (normalized/stripped):
σπερχυλλαδην
Intro Text:
hastily, vehemently
IDX:
81056
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-81057
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "hastily, vehemently" }