Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
σπερματισμός
σπερματῖτις
σπερματολογέω
σπερματόομαι
σπερματοποιέω
σπερματοπώλης
σπερματοῦχος
σπερματοφάγος
σπερματώδης
σπερμάτωσις
σπερμεῖος
σπερμοβολέω
σπερμοβόλημα
σπερμοβολία
σπερμοβόλος
σπερμογονέω
σπερμογόνος
σπερμολογέω
σπερμολογία
σπερμολογικός
σπερμολόγος
View word page
σπερμεῖος
presiding over seeds
ShortDef
presiding over seeds
Debugging
Headword:
σπερμεῖος
Headword (normalized):
σπερμεῖος
Headword (normalized/stripped):
σπερμειος
Intro Text:
presiding over seeds
IDX:
81037
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-81038
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "presiding over seeds" }