Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
σπερματίας
σπερματίζω
σπερματικός
σπερματισμός
σπερματῖτις
σπερματολογέω
σπερματόομαι
σπερματοποιέω
σπερματοπώλης
σπερματοῦχος
σπερματοφάγος
σπερματώδης
σπερμάτωσις
σπερμεῖος
σπερμοβολέω
σπερμοβόλημα
σπερμοβολία
σπερμοβόλος
σπερμογονέω
σπερμογόνος
σπερμολογέω
View word page
σπερματοφάγος
eating seeds
ShortDef
eating seeds
Debugging
Headword:
σπερματοφάγος
Headword (normalized):
σπερματοφάγος
Headword (normalized/stripped):
σπερματοφαγος
Intro Text:
eating seeds
IDX:
81034
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-81035
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "eating seeds" }