Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
σπερμαγοραιολεκιθολαχανόπωλις
σπερμαίνω
σπερματία
σπερματίας
σπερματίζω
σπερματικός
σπερματισμός
σπερματῖτις
σπερματολογέω
σπερματόομαι
σπερματοποιέω
σπερματοπώλης
σπερματοῦχος
σπερματοφάγος
σπερματώδης
σπερμάτωσις
σπερμεῖος
σπερμοβολέω
σπερμοβόλημα
σπερμοβολία
σπερμοβόλος
View word page
σπερματοποιέω
convert into semen
ShortDef
convert into semen
Debugging
Headword:
σπερματοποιέω
Headword (normalized):
σπερματοποιέω
Headword (normalized/stripped):
σπερματοποιεω
Intro Text:
convert into semen
IDX:
81031
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-81032
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "convert into semen" }