Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
σπειροφύλαξ
σπειρόω
σπείρω
σπειρώδης
σπειστέον
σπεκλάριον
σπέκλον
σπεκουλάτωρ
σπεκούλιον
σπένδω
σπέος
σπεργανῆσαι
σπέρμα
σπερμαγοραιολεκιθολαχανόπωλις
σπερμαίνω
σπερματία
σπερματίας
σπερματίζω
σπερματικός
σπερματισμός
σπερματῖτις
View word page
σπέος
a cave, cavern, grotto
ShortDef
a cave, cavern, grotto
Debugging
Headword:
σπέος
Headword (normalized):
σπέος
Headword (normalized/stripped):
σπεος
Intro Text:
a cave, cavern, grotto
IDX:
81018
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-81019
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "a cave, cavern, grotto" }