Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
σπεῖρα
σπειραία
σπείραμα
σπειραντικός
σπειράομαι
σπειράρχης
σπείρασις
σπειραχθής
σπειρηδόν
σπειρικός
σπειρίον
σπειρίτης
σπειροδρακοντόζωνος
σπειροειδής
σπειροκέφαλον
σπεῖρον
σπειρόπωλις
σπεῖρος
σπειροῦχος
σπειροφόρος
σπειροφύλαξ
View word page
σπειρίον
a light, summer-garment
ShortDef
a light, summer-garment
Debugging
Headword:
σπειρίον
Headword (normalized):
σπειρίον
Headword (normalized/stripped):
σπειριον
Intro Text:
a light, summer-garment
IDX:
80998
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-80999
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "a light, summer-garment" }