Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
σπατίζω
σπατίλη
σπατίλουρος
σπατολειαστής
σπάτος
σπάω
σπεῖρα
σπειραία
σπείραμα
σπειραντικός
σπειράομαι
σπειράρχης
σπείρασις
σπειραχθής
σπειρηδόν
σπειρικός
σπειρίον
σπειρίτης
σπειροδρακοντόζωνος
σπειροειδής
σπειροκέφαλον
View word page
σπειράομαι
to be coiled
ShortDef
to be coiled
Debugging
Headword:
σπειράομαι
Headword (normalized):
σπειράομαι
Headword (normalized/stripped):
σπειραομαι
Intro Text:
to be coiled
IDX:
80992
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-80993
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to be coiled" }