Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
σπάρτη
Σπάρτη
Σπάρτηθεν
Σπάρτηνδε
Σπαρτιάτης
Σπαρτιᾶτις
σπαρτικός
σπάρτινος
σπαρτίον
σπαρτιοχαίτης
σπαρτόδετος
Σπαρτοί
σπαρτομέταξα
σπάρτον
σπαρτοπλόκος
σπαρτοπόλιος
σπαρτοπώλης
σπαρτός
σπάρτος
σπαρτότονος
σπαρτοφόρος
View word page
σπαρτόδετος
bound with σπάρτος
ShortDef
bound with σπάρτος
Debugging
Headword:
σπαρτόδετος
Headword (normalized):
σπαρτόδετος
Headword (normalized/stripped):
σπαρτοδετος
Intro Text:
bound with σπάρτος
IDX:
80956
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-80957
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "bound with σπάρτος" }