Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
σπάκα
σπάλαγμα
σπαλακία
σπαλακορύπαινα
σπαλακός
σπάλαξ
σπαλίων
σπαναδελφέω
σπαναδελφία
σπανάδελφος
σπανανθρωπέω
σπανίζω
σπάνιος
σπανιότης
σπάνις
σπανιστικός
σπανιστός
σπανοκαρπία
σπανοπώγων
σπανός
Σπανός
View word page
σπανανθρωπέω
to be short of men
ShortDef
to be short of men
Debugging
Headword:
σπανανθρωπέω
Headword (normalized):
σπανανθρωπέω
Headword (normalized/stripped):
σπανανθρωπεω
Intro Text:
to be short of men
IDX:
80910
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-80911
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to be short of men" }