Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
σπαθομήλη
σπαθοποιός
σπαίρω
σπάκα
σπάλαγμα
σπαλακία
σπαλακορύπαινα
σπαλακός
σπάλαξ
σπαλίων
σπαναδελφέω
σπαναδελφία
σπανάδελφος
σπανανθρωπέω
σπανίζω
σπάνιος
σπανιότης
σπάνις
σπανιστικός
σπανιστός
σπανοκαρπία
View word page
σπαναδελφέω
to have few brothers
ShortDef
to have few brothers
Debugging
Headword:
σπαναδελφέω
Headword (normalized):
σπαναδελφέω
Headword (normalized/stripped):
σπαναδελφεω
Intro Text:
to have few brothers
IDX:
80907
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-80908
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to have few brothers" }