Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
σμηνοκόμος
σμῆνος
σμηνουργέω
σμηνουργία
σμηνουργός
σμῆξις
σμῆριγξ
σμηρίζω
σμήρισμα
σμήχω
σμικρίζω
Σμικρίων
σμικρύνω
σμιλάκινος
σμῖλαξ
σμιλεία
σμίλευμα
σμιλευτός
σμιλεύω
σμίλη
σμιλιγλύφος
View word page
σμικρίζω
sift
ShortDef
sift
Debugging
Headword:
σμικρίζω
Headword (normalized):
σμικρίζω
Headword (normalized/stripped):
σμικριζω
IDX:
80737
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-80738
Key:
Data
{'content': 'sift'}