Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
σκώπτης
σκωπτικός
σκωπτόλης
σκώπτω
σκῶρ
σκωραμίς
σκωρία
σκωριάζω
σκωρίδιον
σκωριοειδής
σκωριοποιία
σκώψ
σκῶψις
σλιφομαχος
σμʹ
σμαλερός
σμάλλεος
σμαράγδειος
σμαραγδίζω
σμαράγδινος
σμαραγδίτης
View word page
σκωριοποιία
making of dross
ShortDef
making of dross
Debugging
Headword:
σκωριοποιία
Headword (normalized):
σκωριοποιία
Headword (normalized/stripped):
σκωριοποιια
Intro Text:
making of dross
IDX:
80691
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-80692
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "making of dross" }