Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
σκωλύπτομαι
σκῶμμα
σκωμμάτιον
σκωπαῖος
σκώπτης
σκωπτικός
σκωπτόλης
σκώπτω
σκῶρ
σκωραμίς
σκωρία
σκωριάζω
σκωρίδιον
σκωριοειδής
σκωριοποιία
σκώψ
σκῶψις
σλιφομαχος
σμʹ
σμαλερός
σμάλλεος
View word page
σκωρία
the dross of metal, slag, scoria
ShortDef
the dross of metal, slag, scoria
Debugging
Headword:
σκωρία
Headword (normalized):
σκωρία
Headword (normalized/stripped):
σκωρια
Intro Text:
the dross of metal, slag, scoria
IDX:
80687
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-80688
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "the dross of metal, slag, scoria" }