Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
σκωληκόβρωτος
σκωληκοειδής
σκωληκόομαι
σκωληκοτοκέω
σκωληκοτόκος
σκωληκοφάγος
σκωληκώδης
σκωλήκωσις
σκώληξ
σκωλοβάτης
σκωλοβατίζω
σκῶλον
σκῶλος
σκωλύπτομαι
σκῶμμα
σκωμμάτιον
σκωπαῖος
σκώπτης
σκωπτικός
σκωπτόλης
σκώπτω
View word page
σκωλοβατίζω
walk on stilts
ShortDef
walk on stilts
Debugging
Headword:
σκωλοβατίζω
Headword (normalized):
σκωλοβατίζω
Headword (normalized/stripped):
σκωλοβατιζω
Intro Text:
walk on stilts
IDX:
80674
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-80675
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "walk on stilts" }