Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
σκυφίον
σκυφοειδής
σκυφοκώνακτος
σκύφος
σκύφωμα
σκωληκιάω
σκωληκίζω
σκωλήκιον
σκωληκίτης
σκωληκόβορος
σκωληκόβρωτος
σκωληκοειδής
σκωληκόομαι
σκωληκοτοκέω
σκωληκοτόκος
σκωληκοφάγος
σκωληκώδης
σκωλήκωσις
σκώληξ
σκωλοβάτης
σκωλοβατίζω
View word page
σκωληκόβρωτος
eaten of worms
ShortDef
eaten of worms
Debugging
Headword:
σκωληκόβρωτος
Headword (normalized):
σκωληκόβρωτος
Headword (normalized/stripped):
σκωληκοβρωτος
Intro Text:
eaten of worms
IDX:
80664
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-80665
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "eaten of worms" }