Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
σκοτία
σκοτίζω
σκοτιοέρεβος
σκότιος
σκοτισμός
σκοτίτας
σκοτοβινιάω
σκοτοδασυπυκνόθριξ
σκοτόδειπνος
σκοτοδινία
σκοτοδινιάω
σκοτοειδής
σκοτόεις
σκοτοεργός
σκοτοιβόρος
σκοτομαχέω
σκοτομήδης
σκοτομήνη
σκοτομηνία
σκοτομήνιος
σκοτοποιός
View word page
σκοτοδινιάω
to suffer from dizziness
ShortDef
to suffer from dizziness
Debugging
Headword:
σκοτοδινιάω
Headword (normalized):
σκοτοδινιάω
Headword (normalized/stripped):
σκοτοδινιαω
Intro Text:
to suffer from dizziness
IDX:
80505
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-80506
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to suffer from dizziness" }