Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
σκορπίς
σκόρπισις
σκορπισμός
σκορπιστής
σκορπιστικός
σκορπῖτις
σκορπιώδης
σκοτάζω
σκοταῖος
σκοτασμός
σκοτάω
σκοτεινολογία
σκοτεινός
σκοτεινότης
σκοτία
σκοτίζω
σκοτιοέρεβος
σκότιος
σκοτισμός
σκοτίτας
σκοτοβινιάω
View word page
σκοτάω
their sight is darkened
ShortDef
their sight is darkened
Debugging
Headword:
σκοτάω
Headword (normalized):
σκοτάω
Headword (normalized/stripped):
σκοταω
Intro Text:
their sight is darkened
IDX:
80491
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-80492
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "their sight is darkened" }