Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
σκολιός
σκολιότης
σκολιόφρων
σκολιώδης
σκολίωμα
σκολιωπός
σκολίωσις
σκόλλυς
σκολλυφόρος
σκολόπαξ
σκολόπενδρα
σκολοπένδρειος
σκολόπενδρον
σκολοπενδρώδης
σκολοπηΐς
σκολοπίζω
σκολοπισμός
σκολοποειδής
σκολοπομαχαίριον
σκόλοψ
σκολύθριον
View word page
σκολόπενδρα
scolopendra, millepede
ShortDef
scolopendra, millepede
Debugging
Headword:
σκολόπενδρα
Headword (normalized):
σκολόπενδρα
Headword (normalized/stripped):
σκολοπενδρα
Intro Text:
scolopendra, millepede
IDX:
80403
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-80404
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "scolopendra, millepede" }