Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
σκληροπρόσωπος
σκλῆρος
σκληρός
σκληρόσαρκος
σκληρόστομος
σκληρόστρακος
σκληροσώματος
σκληρότης
σκληροτράχηλος
σκληροτυχής
σκληρουργία
σκληρουργός
σκληροφθαλμία
σκληρόφθαλμος
σκληρόφυής
σκληρόφυλλος
σκληρόψυχος
σκληρόω
σκληρυντικός
σκληρύνω
σκληρυσμός
View word page
σκληρουργία
work in hard materials
ShortDef
work in hard materials
Debugging
Headword:
σκληρουργία
Headword (normalized):
σκληρουργία
Headword (normalized/stripped):
σκληρουργια
Intro Text:
work in hard materials
IDX:
80354
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-80355
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "work in hard materials" }