Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
σκευάριον
σκευασία
σκεύασμα
σκευαστέον
σκευαστέος
σκευαστής
σκευαστός
σκευή
σκευογραφία
σκευογραφικός
σκευοθήκη
σκευοπλασία
σκευοπλαστικός
σκευοποιέω
σκευοποίημα
σκευοποιία
σκευοποιός
σκευοπώλης
σκεῦος
σκευότριψ
σκευουργία
View word page
σκευοθήκη
a tool-chest, arms-chest
ShortDef
a tool-chest, arms-chest
Debugging
Headword:
σκευοθήκη
Headword (normalized):
σκευοθήκη
Headword (normalized/stripped):
σκευοθηκη
Intro Text:
a tool-chest, arms-chest
IDX:
80137
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-80138
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "a tool-chest, arms-chest" }