Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
σκελοπέδη
σκέλος
σκελοτύρβη
σκέμμα
σκενδύλη
σκεπάζω
σκέπανον
σκέπανος
σκεπανός
σκεπαρνηδόν
σκεπαρνίζω
σκεπάρνιον
σκέπαρνον
σκέπας
σκέπασις
σκέπασμα
σκεπαστέον
σκεπαστήριος
σκεπαστής
σκεπαστικός
σκεπαστός
View word page
σκεπαρνίζω
hew with an adze
ShortDef
hew with an adze
Debugging
Headword:
σκεπαρνίζω
Headword (normalized):
σκεπαρνίζω
Headword (normalized/stripped):
σκεπαρνιζω
Intro Text:
hew with an adze
IDX:
80098
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-80099
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "hew with an adze" }