Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
σκελετώδης
σκελίσκος
σκελισμός
σκελιφρός
σκελλός
σκέλλω
σκελόδεσμον
σκελοκοπία
σκελοπέδη
σκέλος
σκελοτύρβη
σκέμμα
σκενδύλη
σκεπάζω
σκέπανον
σκέπανος
σκεπανός
σκεπαρνηδόν
σκεπαρνίζω
σκεπάρνιον
σκέπαρνον
View word page
σκελοτύρβη
lameness in the leg
ShortDef
lameness in the leg
Debugging
Headword:
σκελοτύρβη
Headword (normalized):
σκελοτύρβη
Headword (normalized/stripped):
σκελοτυρβη
Intro Text:
lameness in the leg
IDX:
80090
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-80091
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "lameness in the leg" }