Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
σκελετεία
σκελέτευμα
σκελετεύω
σκελετός
σκελετώδης
σκελίσκος
σκελισμός
σκελιφρός
σκελλός
σκέλλω
σκελόδεσμον
σκελοκοπία
σκελοπέδη
σκέλος
σκελοτύρβη
σκέμμα
σκενδύλη
σκεπάζω
σκέπανον
σκέπανος
σκεπανός
View word page
σκελόδεσμον
garter, crurarium
ShortDef
garter, crurarium
Debugging
Headword:
σκελόδεσμον
Headword (normalized):
σκελόδεσμον
Headword (normalized/stripped):
σκελοδεσμον
Intro Text:
garter, crurarium
IDX:
80086
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-80087
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "garter, crurarium" }