Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
σής
σησαμαῖος
σησαμεία
σησαμεύω
σησαμῆ
σησάμη
σησαμικός
σησάμινος
σησαμίτης
σησαμοειδής
σησαμόεις
σήσαμον
σησαμόπαστος
σησαμοπώλης
Σήσαμος
σησαμότυρον
σησαμοτυροπαγής
σησαμούντιος
σησαμοφόρος
σησαμόφωκτος
σῆσις
View word page
σησαμόεις
of sesame, (n.) sesame cake
ShortDef
of sesame, (n.) sesame cake
Debugging
Headword:
σησαμόεις
Headword (normalized):
σησαμόεις
Headword (normalized/stripped):
σησαμοεις
Intro Text:
of sesame, (n.) sesame cake
IDX:
79449
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-79450
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "of sesame, (n.) sesame cake" }