Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Short Defs

ἄνοζος
ἀνόημα
ἀνοήμων
ἀνοησία
ἀνοηταίνω
ἀνόητος
ἀνόθευτος
ἄνοθος
ἄνοια
ἀνοιγεύς
ἄνοιγμα
ἀνοίγνυμι
ἀνοίγω
ἀνοιδαίνω
ἀνοίδανσις
ἀνοιδέω
ἀνοίδησις
ἀνοιδίσκω
ἀνοίκειος
ἀνοικειότης
ἀνοικείωτος
View word page
ἄνοιγμα
opening, door

ShortDef

opening, door

Debugging

Headword:
ἄνοιγμα
Headword (normalized):
ἄνοιγμα
Headword (normalized/stripped):
ανοιγμα
IDX:
7939
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-7940
Key:

Data

{'content': 'opening, door'}