Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
Σειρῖτις
σειρομάστιξ
σειρόω
σείρωσις
σειρωτός
σεισάχθεια
σεῖσις
σεισίχθων
σεῖσμα
σεισματίας
σεισμοποιός
σεισμός
σεισμοσκοπικά
σεισμώδης
σεισοκέφαλος
σεισόλοφος
σειστής
σειστός
σεῖστρον
σεῖστρος
σειστροφόρος
View word page
σεισμοποιός
causing earthquakes
ShortDef
causing earthquakes
Debugging
Headword:
σεισμοποιός
Headword (normalized):
σεισμοποιός
Headword (normalized/stripped):
σεισμοποιος
Intro Text:
causing earthquakes
IDX:
79215
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-79216
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "causing earthquakes" }