Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
σειριάζω
σειρίασις
σειριάω
σείρινα
σειριόεις
σειριόκαυτος
Σείριος
σείριος
σειρίς
Σειρῖτις
σειρομάστιξ
σειρόω
σείρωσις
σειρωτός
σεισάχθεια
σεῖσις
σεισίχθων
σεῖσμα
σεισματίας
σεισμοποιός
σεισμός
View word page
σειρομάστιξ
a knotted scourge
ShortDef
a knotted scourge
Debugging
Headword:
σειρομάστιξ
Headword (normalized):
σειρομάστιξ
Headword (normalized/stripped):
σειρομαστιξ
Intro Text:
a knotted scourge
IDX:
79206
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-79207
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "a knotted scourge" }