Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
Σεβαστονείκης
σεβαστός
Σεβαστοφαντέω
Σεβαστοφάντης
Σεβαστοφαντικός
Σεβαστοφορικός
Σεβαστοφόροι
σεβένιον
σέβημα
σεβίζω
σέβομαι
σέβω
Σέγεστα
Σεγεστανός
Σεγέστης
Σεγεστικός
σέγεστρον
Σεγηδαῖος
Σεγήδη
σέδετον
Σειληνός
View word page
σέβομαι
to feel awe
ShortDef
to feel awe
Debugging
Headword:
σέβομαι
Headword (normalized):
σέβομαι
Headword (normalized/stripped):
σεβομαι
Intro Text:
to feel awe
IDX:
79169
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-79170
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to feel awe" }