Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
Σατραπεῖοι
σατραπεῖον
σατραπεύω
σατράπης
σατραπικός
Σάτρικον
σάττα
σάττω
σατυριακή
σατυρίασις
σατυριάω
Σατυρικός
σατύριον
Σατυριστής
σατυρογράφος
Σάτυρος
Σατυρόφηρ
Σατυρώδης
σαυκός
Σαύλιος
σαυλόομαι
View word page
σατυριάω
suffer from σατυρίασις
ShortDef
suffer from σατυρίασις
Debugging
Headword:
σατυριάω
Headword (normalized):
σατυριάω
Headword (normalized/stripped):
σατυριαω
Intro Text:
suffer from σατυρίασις
IDX:
79089
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-79090
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "suffer from σατυρίασις" }