Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
σακκοπήρα
σακκοπλόκος
σακκοράφιον
σάκκος
σακκοϋφάντης
σακκοφορέω
σακκοφορικός
σακκοφόρος
σακκώνυμος
σακνός
σακοδερμηστής
σάκος
σάκουτος
σάκρα
σάκτας
σάκτας2
σακτήρ
σακτός
σάκτωρ
σάκχαρ
σακχυφάντης
View word page
σακοδερμηστής
eating through leather shields
ShortDef
eating through leather shields
Debugging
Headword:
σακοδερμηστής
Headword (normalized):
σακοδερμηστής
Headword (normalized/stripped):
σακοδερμηστης
Intro Text:
eating through leather shields
IDX:
78826
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-78827
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "eating through leather shields" }